- λαμπάς,-άδος
- + ἡ N 3 2-10-4-4-3=23 Gn 15,17; Ex 20,18; JgsA 7,16.20; 15,4torch Gn 15,17; lamp Jdt 10,22; flash, lightning (metaph., celestial burning resembling burning torches) Ex 20,18Cf. LE BOULLUEC 1989 211(Ex 20,18)
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
λαμπάς — λαμπάς, άδος, ἡ (AM) βλ. λαμπάδα … Dictionary of Greek
λαμπάδα — η (AM λαμπάς, άδος) μεγάλο κερί, μεγάλη ράβδος από κερί ή άλλο υποκατάστατό του η οποία χρησιμοποιείται συνήθως σε επίσημες ή σε θρησκευτικές τελετές (α. «λαμπάδα τού Επιταφίου» β. «λαμπάδα κηροχίτωνα», Ανθ. Παλ.) νεοελλ. φλόγα, πύρινη γλώσσα… … Dictionary of Greek
лампада — народн. также ланпада, ланпата, укр. лампада, др. русск., цслав. ламъпада λαμπάς. Из ср. греч. λαμπάδα от λαμπάς, άδος; см. Фасмер, Гр. сл. эт. 112; ИОРЯС 12, 2, 252; Бернекер 1, 689 … Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера
лампа — народн. ланпа; впервые лампа, начиная с Петра I; см. Смирнов 173; лямпа, XVII в. (см. Огиенко, РФВ 66, 364). Форма на ля заимств. через польск. lаmра лампа, лампада ; на ла – из нем. Lаmре или франц. lаmре от лат. lаmраdа, греч. λαμπάς, άδος; см … Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера
lámpada — (del lat. «lampas, ӑdis»; ant.) f. *Lámpara. * * * lámpada. (Del lat. lampăda, acus. de lampas, ădis, y este del gr. λαμπάς, άδος). f. desus. lámpara … Enciclopedia Universal
λάμπα — Συσκευή κατάλληλη να παράγει τεχνητό φως με τη χρήση εύφλεκτων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων, ή με τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε φωτεινή ενέργεια. Ονομάζεται και λυχνία ή λαμπτήρας. Λ. ονομάζονται επίσης οι συσκευές που εκπέμπουν… … Dictionary of Greek
λαμπάδη — λαμπάδη, ἡ (Α) λύχνος, λαμπάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού λαμπάς, άδος, πιθ. από επίδραση τού α σύνθ. λαμπάδα συνθέτων, όπως λαμπαδη δρομία, λαμπαδη φορία κ.τ.ό.] … Dictionary of Greek
λαμπα(ν)τέρ — το φωτιστική συσκευή, εφοδιασμένη με μία ή περισσότερες λυχνίες σήμερα με ηλεκτρικούς λαμπτήρες συναρμολογημένες πάνω σε υποστήριγμα εδραζόμενο στο έδαφος, η οποία χρησιμοποιείται για εσωτερικό ή εξωτερικό φωτισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ.… … Dictionary of Greek
λαμπαδάριος — Εκκλησιαστικός τίτλος που απονεμόταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε δύο κατώτερους κληρικούς, έργο των οποίων ήταν η συντήρηση και ο καθαρισμός των λαμπάδων των εκκλησιών. Επίσης, οι λ. κρατούσαν τις λαμπάδες την ώρα που εισερχόταν ο… … Dictionary of Greek
λαμπαδάρχης — και λαμπάδαρχος, ό, θηλ. λαμπαδάρχισσα (Α) αυτός που είχε το αξίωμα τής λαμπαδαρχίας, επόπτης και χορηγός λαμπαδηδρομιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαμπάς, άδος + άρχης* / αρχος*] … Dictionary of Greek
λαμπαδίας — (Αστρον.). Ελληνική ονομασία του αστέρα Αλντεμπαράν (αραβ. Al Dabaran = ο ακόλουθος, λόγω του γεγονότος ότι φαίνεται να ακολουθεί τις Πλειάδες) που ανήκει στον αστερισμό του Ταύρου. Ο Λ. ονομάζεται επίσης οφθαλμός του Ταύρου, επειδή στη… … Dictionary of Greek